Η μαραθωνοδρόμος Γκαμπριέλα Άντερσεν που κέρδισε τις εντυπώσεις στο Λος Άντζελες (1984) 05/08/2016 Ο μαραθώνιος των γυναικών στο Λος Άντζελες το 1984 ήταν ούτως ή άλλως ιστορικής σημασίας, διότι επρόκειτο για την πρώτη φορά που γυναίκες θα συμμετείχαν στην κούρσα των 42 χιλιομέτρων στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων. Το χρυσό μετάλλιο κατέκτησε η Αμερικανίδα Τζόαν Μπενόιτ Σάμουελσον με χρόνο 2:24:52, τα άλλα δύο η -συγχωρεμένη πλέον- Νορβηγίδα Γκρέτε Βάιτζ (αργυρό) και η Ρόσα Μότα από την Πορτογαλία (χάλκινο). Παρ’ όλα αυτά, όσοι παρακολούθησαν το αθλητικό αυτό γεγονός, είναι βέβαιο πως θα εστίασαν στην Ελβετίδα αθλήτρια, Γκαμπριέλα Άντερσεν Σις. Μολονότι κάτοικος της πολιτείας του Αϊντάχο των ΗΠΑ, όπου και εργαζόταν ως εκπαιδεύτρια σκι, η Άντερσεν προτίμησε να εκπροσωπήσει τη χώρα καταγωγής της, την Ελβετία. Η φέρουσα τα χρώματα της Ελβετίας αθλήτρια κατετάγη 37η στο σύνολο 50 δρομέων, εκ των οποίων οι 44 κατάφεραν και τερμάτισαν. Αυτό από μόνο του φυσικά δε λέει τίποτα και πολύ πιθανόν ούτε οι ίδιοι οι λάτρεις του μαραθωνίου να μην θυμούνταν τη συγκεκριμένη αθλήτρια, αν δεν μεσολαβούσε ο τρόπος με τον οποίο εκείνη τερμάτισε, έστω και 20 λεπτά αργότερα από τη χρυσή ολυμπιονίκη Μπενόιτ. Το ημερολόγιο έγραφε 5 Αυγούστου 1984 και το θερμόμετρο έδειχνε 32 βαθμούς Κελσίου. Η 39χρονη τότε, 71 τώρα, Γκαμπριέλα Άντερσεν έτρεξε στον παρθενικό μαραθώνιο των γυναικών σε Ολυμπιακούς Αγώνες για μία και μοναδική φορά, όταν λίγα μέτρα πριν τον τερματισμό έπαθε ηλίαση, κάτι το οποίο παρέλυσε το μυϊκό της σύστημα. «Οι μύες μου δεν ανταποκρίνονταν. Ήμουν ήδη 39 και είχα λίγες πιθανότητες να αγωνιστώ ξανά στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αν είχα μέλλον μπροστά μου, μάλλον θα σταματούσα», έχει δηλώσει η Άντερσεν. Πέρα από την υψηλή θερμοκρασία, οι αθλήτριες ταλαιπωρούνταν και από την υγρασία της αμερικανικής πόλης, γεγονός που δυσχέραινε ακόμη περισσότερο το έργο τους. «Η μεγάλη μου ανησυχία ήταν ο καύσωνας και η υγρασία. Προσπάθησα να τα παραμερίσω και να συγκεντρωθώ στην κούρσα», υπογράμμισε η αθλήτρια-σύμβολο του πρώτου γυναικείου μαραθωνίου. Τελικά, η Ελβετίδα, επιδεικνύοντας μεγαλείο ψυχής και προσήλωση στο στόχο της, κατόρθωσε να ξεπεράσει τον ίδιο της τον εαυτό και να αποθεωθεί από τους χιλιάδες θεατές του σταδίου του Λος Άντζελες, μα και από τα εκατομμύρια των τηλεθεατών σε ολόκληρο τον πλανήτη που παρακολουθούσαν την κούρσα. Αρνήθηκε την παροχή ιατρικής βοήθειας, καθότι αυτό θα σήμαινε πως δε θα είχε δικαίωμα τερματισμού και παίρνοντας δύναμη από το κοινό που ζητωκραύγαζε υπέρ της, κινήθηκε προς το τέλος της διαδρομής τροφοδοτούμενη από την ισχυρή βούληση να υλοποιήσει το όνειρό της, μιας και το κορμί της την είχε εγκαταλείψει. Σχεδόν λιπόθυμη, ασθμαίνουσα και παραπατώντας περίπου 400 μέτρα πριν τη «λύτρωση», η Άντερσεν πέτυχε τελικά τον πολυπόθητο στόχο της έγκυρης συμπλήρωσης των 42 χιλιομέτρων. Το ότι έλαβε την 37η θέση, ελάχιστο ρόλο έπαιξε στη μνήμη όσων ήταν αυτόπτες μάρτυρες του συγκινητικού αυτού συμβάντος. Σε συνέντευξη που παραχώρησε πριν έναν περίπου χρόνο και ενθυμούμενη τη στιγμή του τερματισμού, η Άντερσεν διηγήθηκε τα ακόλουθα: «Ευχόμουν να είχα λίγο νερό να ρίξω στο κεφάλι μου ή να πιω. Μόλις έφτασα στο τούνελ του σταδίου, ένιωσα ανακούφιση, γιατί είχε σκιά και δροσιά. Όταν πέρασα στο ταρτάν του γηπέδου, χτυπήθηκα από το φως του ηλίου. Με εξέπληξε, όμως, ο θόρυβος που έκανε ο κόσμος. Με χειροκροτούσαν, με αποθέωναν πολύ δυνατά. Τότε, ήρθε από δίπλα μου το ιατρικό προσωπικό να με βοηθήσει. Αν γινόταν αυτό, δεν θα είχα δικαίωμα να τερματίσω την κούρσα. Κοιτούσα μπροστά, είχα άλλα 400 μέτρα για το τέλος. Αν το μυαλό σου είναι ισχυρό, μπορείς να ξεπεράσεις πολλά εμπόδια. Ήταν εξαιρετικά επίπονο για το σώμα μου αυτό που ζούσα, όμως είχα οριοθετήσει στη σκέψη μου τι θα κάνω. Δεν ήθελα να παραιτηθώ». Το αν ήταν δίκαιο ή όχι που η Άντερσεν έστρεψε όλους τους «προβολείς» πάνω της είναι θέμα αμφιλεγόμενο. Όπως έχει ομολογήσει και η ίδια: «Ένιωσα ένοχη για τη συμπόνια, τη στήριξη, την όλη προβολή που την άξιζαν περισσότερο, θεωρώ, οι αθλήτριες που πήγαν καλύτερα από εμένα». Μολαταύτα, θα ήταν σίγουρα άδικο, αν αυτή η υπέρβαση της Άντερσεν «περνούσε στα ψιλά», όχι μόνο για την ίδια, αλλά και για τις αξίες που προάγει εν γένει ο αθλητισμός. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ