Μετάβαση στο περιεχόμενο

Για διαστρέβλωση μιλούν τώρα οι Ρώσοι

Ανακοίνωση εξέδωσε σήμερα ο οργανισμός κατά του ντόπινγκ της Ρωσίας (RUSADA), στην οποία τονίζει ότι τα σχόλια που έκανε η γενική διευθύντριά του για τη φαρμακοδιέγερση στον αθλητισμό διαστρεβλώθηκαν και απομονώθηκαν από το πλαίσιο του κειμένου, όπως μετέδωσε το πρακτορείο ειδήσεων TASS. Οι “New York Times” επικαλέστηκαν συνέντευξη της Άνα Αντσελίοβιτς, η οποία φέρεται να δήλωσε ότι υπήρξε «θεσμική συνομωσία» για τους ανθρώπους του αθλητισμού, προκειμένου να χρησιμοποιούν το ντόπινγκ στη Ρωσία, ωστόσο δεν έχουν εμπλακεί υψηλόβαθμα στελέχη. Όμως, το TASS επικαλείται ανακοίνωση του RUSADA, στην οποία αναφέρεται ότι έχει δοθεί λανθασμένα η εντύπωση πως η ηγεσία του αναγνώρισε ότι υπήρξε «θεσμική συνομωσία».

Στο μεταξύ, ο εκπρόσωπος Τύπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, διέψευσε σήμερα τα περί κρατικής εμπλοκής στο ντόπινγκ και τόνισε ότι οι ρωσικές αρχές θα ερευνήσουν αν αυτές ήταν οι πραγματικές λέξεις που χρησιμοποίησε η Αντσελίοβιτς, προτού αποφασίσουν πως θα ανταποκριθούν.

Υπενθυμίζεται, πως νωρίτερα, ο  81χρονος Βιτάλι Σμιρνόφ, ο  οποίος υπήρξε κορυφαίος αξιωματούχος του αθλητισμού από την εποχή της Σοβιετικής Ενωσης και ο οποίος έχει διοριστεί από τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν για τη μεταρρύθμιση του συστήματος αντι-ντόπινγκ, δήλωσε στους New York Times: 
 «Δεν θέλω να μιλήσω για τους ανθρώπους που είναι υπεύθυνοι. Κατά την δική μου άποψη, ως πρώην υπουργός του αθλητισμού και πρόεδρος της Ολυμπιακής επιτροπής, κάναμε πολλά λάθη». Ο Σμιρνόφ, τόνισε επίσης, ότι οι διαρροές, που γίνονται από Ρώσους χάκερ, με την ονομασία  Fancy Bears, που κυκλοφόρησαν ιατρικά αρχεία πολλών αθλητών από όλο τον κόσμο, έδειξαν ότι η Ρωσία δεν ανταγωνίστηκε επί ίσοις όροις.
  
 Ρώσοι αξιωματούχοι, σύμφωνα με το BBC, παραδέχθηκαν για πρώτη φορά την ύπαρξη μιας επιχείρησης ντόπινγκ, σε μερικά από τα σημαντικότερα αθλητικά ραντεβού στον κόσμο. Μια έκθεση που παρουσιάστηκε στις 9 Δεκεμβρίου, ανέφερε ότι περισσότεροι από 1.000 Ρώσοι αθλητές επωφελήθηκαν, από  συγκάλυψη  περιπτώσεων ντόπινγκ μεταξύ 2011 και 2015.  
 Σε συνεντεύξεις τους στους New York Times, οι αξιωματούχοι αναγνώρισαν το πρόγραμμα, αλλά αρνήθηκαν ότι αυτό έγινε με κρατική χορηγία. «Ήταν μια συνωμοσία», δήλωσε η Άννα Aντελίοβιτς, γενική διευθύντρια του οργανισμού αντι-ντόπινγκ της Ρωσίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ