Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
ΑΛΕΦΑΝΤΟΣ

Το τελευταίο «αντίο» στον Νίκο Αλέφαντο

Σύσσωμος ο αθλητικός και πολιτικός κόσμος, όσο και ο απλός λαός αποχαιρετά σήμερα στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, τον Νίκο Αλέφαντο. Έναν σπουδαίο άνθρωπο του ποδοσφαίρου ο οποίος κατάφερε να γίνει ιδιαίτερα αγαπητός στους οπαδούς όλων των ομάδων.

  Η είδηση του θανάτου του Νίκου Αλέφαντου, που άφησε την τελευταία του πνοή την Τρίτη (23/6) σε ηλικία 81 ετών «προδομένος» από την καρδιά του, σκόρπισε απέραντη θλίψη στον ελληνικό αθλητισμό. Με την απώλεια του κλείνει αδιαμφισβήτητα μια πολύ ιδιαίτερη σελίδα στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Ο Νίκος Αλέφαντος τον τελευταίο καιρό αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, από τα οποία δεν κατάφερε να βγει νικητής. Τελικά απεβίωσε λόγω διατατικής μυοκαρδιοπάθειας.

Ο αξέχαστος τεχνικός παρά τη φαρμακευτική αγωγή και την υποστήριξη των θεραπόντων ιατρών, εμφάνισε τις τελευταίες εβδομάδες σημαντική και ταχεία επιδείνωση, ενώ παρέμεινε, όπως επιθυμούσε, στην οικία του, μέχρι την τελευταία στιγμή.

Το Σάββατο 27 Ιουνίου, συγγενείς, φίλοι και γνωστοί του Νίκου Αλέφαντου θα του πουν το τελευταίο «αντίο», καθώς η κηδεία του θα τελεστεί στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών στις 13:00.

Ποδοσφαιρική πορεία

Ο Νίκος Αλέφαντος ηταν Έλληνας πρώην ποδοσφαιριστής, προπονητής και νυν συντελεστής εκπομπών με θέμα την ποδοσφαιρική επικαιρότητα.

Γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου του 1939 στην Αθήνα και μεγάλωσε στα Εξάρχεια, όπου διαμένει έως σήμερα. Αγωνιζόταν στη θέση του μεσοκυνηγού και σε μικρή ηλικία ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από τον Αστέρα Εξαρχείων της συνοικίας του. Στη συνέχεια μετακινήθηκε στις ΑΕ Χαλανδρίου, ΠΑΟ Ρουφ, Ολυμπιακό Πειραιώς (μετέχοντας σε έναν αγώνα πρωταθλήματος), Ατρόμητο Πειραιώς (Καμινίων), Ολυμπιακός Χαλκίδας (για τον οποίο σημείωσε τέρμα σε βάρος του αντίστοιχου του Πειραιά, όταν το 1963 επέστρεψε ως αντίπαλος στο Καραϊσκάκης), Παναιγιάλειο, Πανελευσινιακό και Βύζαντα Μεγάρων, όπου το 1969 τερμάτισε την καριέρα του.

Προπονητική πορεία

Ο Αστέρας Εξαρχείων ήταν η πρώτη ομάδα που ανέλαβε ως προπονητής το 1969. Εργάσθηκε στους περισσότερους από τους πλέον δημοφιλείς ελληνικούς συλλόγους, με αποκορύφωμα τον Ολυμπιακό Πειραιώς στον οποίο εργάστηκε τρεις φορές (ανά μία δεκαετία: τέλη 1983, 1994 και 2004), αλλά και στους ΑΕΚ, ΠΑΟΚ, ΑΕ Λάρισας, Ηρακλή, Πανιώνιο και Εθνικό Πειραιώς. Στην Α' Εθνική προπόνησε και τους ΟΦΗ, Καστοριά, Παναχαϊκή, Ιωνικό, Δόξα Δράμας, Κόρινθο, Απόλλωνα Καλαμαριάς, Προοδευτική και Εθνικό Αστέρα.

Παρακολούθησε τις προπονητικές και αγωνιστικές μεθόδους σπουδαίων προπονητών, όπως ο Ερνστ Χάπελ, o Κάρλος Αλμπέρτο Παρρέιρα, o Ένζο Μπεαρζότ, ο Μπομπ Πέισλι, ο Αρίγκο Σάκι, ο Μαρτσέλο Λίπι και ο Κάρλο Αντσελότι. Θαυμάζει τον Ζοζέ Μουρίνιο (τον οποίο θεωρεί καλύτερο στον κόσμο) και τον Σερ Άλεξ Φέργκιουσον, ενώ από τους παλαιότερους τον Ερνστ Χάπελ και τον Σέσαρ Λουίς Μενότι (μεταξύ άλλων).

Έχει ασκήσει έντονη κριτική στο στυλ παιχνιδιού « τίκι - τάκα» της Μπαρτσελόνα, το οποίο θεωρεί εξόχως βαρετό και βλαβερό για την ποιότητα του ποδοσφαίρου, ενώ αντίστοιχα έχει δώσει συγχαρητήρια σε προπονητές όπως ο Ντιέγκο Σιμεόνε και ο Αντόνιο Κόντε οι οποίοι το αντιμάχονται.

Κατά καιρούς έχει εκφραστεί με πολύ καλά λόγια για τον Ότο Ρεχάγκελ (αποθεώνοντας την τακτική που ακολούθησε στο Euro 2004) αλλά του έχει ασκήσει και δριμύτατη κριτική, ιδίως για τις επιλογές του μετά την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. Έχει μεγάλη κόντρα με τον Ντούσαν Μπάγεβιτς και τους δημοσιογράφους Αντώνη Πανούτσο, Αντώνη Καρπετόπουλο και Κώστα Νικολακόπουλο. Είναι φανατικός οπαδός του Ολυμπιακού,[εκκρεμεί παραπομπή] τον οποίο υπηρέτησε τόσο ως παίκτης όσο και ως προπονητής, ενώ τρέφει μεγάλη συμπάθεια για τον ΠΑΟΚ και τον Ηρακλή.

Δύο συνεχείς χρονιές στην αρχή της καριέρας του, με τον ΠΑΣ Γιάννενα το 1973–74 (για πρώτη φορά στην ιστορία του συλλόγου) και τον Πιερικό το 1974–75, πέτυχε ισάριθμες ανόδους στην Α' Εθνική κατηγορία, κατακτώντας παράλληλα και τις δύο χρονιές το πρωτάθλημα της Β' Εθνικής. Εκτός από τους δύο αυτούς τίτλους, έχει κατακτήσει και το κύπελλο Κύπρου 1996–97 ως τεχνικός του ΑΠΟΕΛ, μετά από νίκη με 2–0 επί της Ομόνοιας στον τελικό.

Τον Μάρτιο του 1978 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Καστοριάς, για να παραιτηθεί επεισοδιακά μετά από ένα μόλις αγώνα πρωταθλήματος. Η κίνηση προκάλεσε μακροσκελή ανακοίνωση του συλλόγου με κατηγορίες για εκ μέρους του Αλέφαντου παρακράτηση μη δεδουλευμένων αμοιβών, για εξυβρίσεις ποδοσφαιριστών, παραγόντων, οπαδών και συμπολιτών, για απειλές και εκβιασμό. Υπενθυμίζοντας ότι παρόμοιες συμπεριφορές του σε ΟΦΗ, Πιερικό και ΠΑΣ Γιάννινα είχαν πρόσφατα απασχολήσει αθλητικές αρχές και δικαιοσύνη, το διοικητικό συμβούλιο τον κατήγγειλε στους υφυπουργό και γενικό γραμματέα αθλητισμού, ΕΠΟ, Πανελλήνιο Σύνδεσμο Ελλήνων Προπονητών Ποδοσφαίρου και ΠΣΑΠ. Ανάλογο περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Αλέφαντο συνέβη και στις 12 Απριλίου 1987, όταν ως προπονητής της ΑΕΚ ξυλοκόπησε τον δημοσιογράφο Γιώργο Βενετούλια, επειδή του είχε ασκήσει κριτική για την απόφασή του να κάνει αλλαγή τον Θωμά Μαύρο στον αγώνα με τον Απόλλωνα Καλαμαριάς την προηγούμενη μέρα. Ο Βενετούλιας μετά τον ξυλοδαρμό του προσέφυγε στη δικαιοσύνη, με τον Αλέφαντο να τιμωρείται με δίμηνο αποκλεισμό από τα γήπεδα και πρόστιμο 100.000 δραχμών.

Στον Ολυμπιακό μακροβιότερη ήταν η παραμονή του το 1994, που κάλυψε σχεδόν όλη τη χρονιά (Ιανουάριος–Οκτώβριος), αλλά το πρωτάθλημα της περιόδου 1993–94 κατέκτησε η ΑΕΚ.

Στη Θεσσαλονίκη, ως προπονητής του ΠΑΟΚ και του Ηρακλή είχε αρκετά καλή πορεία (αν και για μικρό χρονικό διάστημα) και επαινέθηκε για το επιθετικό του ποδόσφαιρο. Ανέλαβε προπονητής του ΠΑΟΚ εν μέρει λόγω και της συμπάθειας και υποστήριξης του γνωστού οργανωμένου φιλάθλου Μάκη Μαυρομιχάλη («Μάκης ο μανάβης»). Παρέλαβε τον Ηρακλή σε πολύ κακή κατάσταση (1 βαθμό στο πρωτάθλημα μετά από 6 ματς) και κατάφερε να δημιουργήσει μια αποτελεσματική και άκρως επιθετική ομάδα (σε διάταξη 3–4–3) με αιχμές τους Βασίλη Χατζηπαναγή, Λάκη Παπαϊωάννου, Δανιήλ Παπαδόπουλο, Δημήτρη Αδάμου και Κώστα Μαλουμίδη. Η ομάδα πραγματοποίησε εξαιρετικές εμφανίσεις και κατάφερε να κερδίσει στη Θεσσαλονίκη και τους τρεις μεγάλους των Αθηνών, 3–1 τους Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό και 3–0 την ΑΕΚ, τερματίζοντας τελικώς στην 3η θέση του πρωταθλήματος (ισόβαθμος με την ΑΕΚ).

Αρκετοί διακεκριμένοι ποδοσφαιριστές έχουν μιλήσει με εξαιρετικά λόγια για την προπονητική αξία και τις γνώσεις του Νίκου Αλέφαντου.

Αρνητικό ρεκόρ στην ιστορία του ελληνικού (τουλάχιστον) ποδοσφαίρου αποτελεί η παραμονή του στην τεχνική ηγεσία του Φωστήρα για τρεις μόλις ώρες, το Σεπτέμβριο του 2002.